Thymele Logo
Search

κονφερανσιέ [ουσ. αρσ., ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Παρουσιαστής ή παρουσιάστρια σπονδυλωτού θεάματος (καμπαρέ, βαριετέ), που εμφανίζεται εκτός δραματικής μυθοπλασίας με τη δική του/της σκηνική περσόνα, συνδέει τα διαδοχικά νούμερα σε ενιαίο πρόγραμμα και επικοινωνεί άμεσα με το κοινό μέσω της ετοιμολογίας, του επίκαιρου σχολιασμού και του αυτοσχεδιασμού.

Ανάπτυξη

Ο όρος κονφερανσιέ αποδίδει το γαλλικό conférencier / conférencière («ομιλητής», «ομιλήτρια») και δηλώνει στις παραστατικές τέχνες τον παρουσιαστή ή την παρουσιάστρια που συναρμόζει σε ενιαίο σύνολο τα αυτοτελή νούμερα ενός σπονδυλωτού προγράμματος. Η λειτουργία υπερβαίνει την απλή αναγγελία: ο/η κονφερανσιέ ρυθμίζει τη σκηνική οικονομία της βραδιάς, καλύπτει τις αλλαγές και τα κενά, διαχειρίζεται το απρόβλεπτο και καλλιεργεί κλίμα οικειότητας. Λειτουργεί ως οικοδεσπότης ή οικοδέσποινα και διαμεσολαβεί ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία, με βασικό προνόμιο την ελευθερία να αποκλίνει από το προκαθορισμένο πρόγραμμα, να σχολιάζει την επικαιρότητα και να συνομιλεί με μεμονωμένα μέλη του κοινού.


Η φιγούρα του κονφερανσιέ διαμορφώθηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1880, μαζί με το καλλιτεχνικό καμπαρέ. Στο Le Chat Noir [Ο μαύρος γάτος], που άνοιξε ο Rodolphe Salis [Ροντόλφ Σαλίς] στη Μονμάρτρη στις 18 Νοεμβρίου 1881, καθιερώθηκε το πρότυπο του νυχτερινού κέντρου όπου το κοινό παρακολουθεί ποικίλα νούμερα καθισμένο σε τραπέζια. Ο Σαλίς παρουσίαζε ο ίδιος το πρόγραμμα με ειρωνική, επιτηδευμένη ευγένεια, ενώ ο τραγουδοποιός Aristide Bruant [Αριστίντ Μπρυάν] έγινε περιβόητος στο δικό του καμπαρέ, το Le Mirliton (1885), για τον καυστικό λόγο με τον οποίο υποδεχόταν τους θαμώνες. Η αναγγελία μετατράπηκε έτσι σε αυτόνομη επιτελεστική πράξη με κριτικό και ανατρεπτικό χαρακτήρα. Στα μεγάλα παρισινά μιούζικ χωλ ο Maurice Chevalier [Μωρίς Σεβαλιέ] καθιέρωσε την εικόνα του κομψού, ετοιμόλογου Παριζιάνου διασκεδαστή, η οποία έγινε πρότυπο και για την ελληνική κονφεράνς.


Το πρότυπο μεταφυτεύθηκε στη γερμανόφωνη σκηνή το 1901, με το Überbrettl του Ernst von Wolzogen [Έρνστ φον Βολτσόγκεν] και το Schall und Rauch [Ήχος και καπνός] του Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ]. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο γαλλικός όρος αντικαταστάθηκε από το γερμανικό Ansager [αναγγελέας], στο πλαίσιο της εκκαθάρισης του γερμανικού θεάματος από τις παρισινές του καταβολές. Στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης η Trude Hesterberg [Τρούντε Χέστερμπεργκ] με τη Wilde Bühne [Άγρια σκηνή] (1921) και ο Werner Finck [Βέρνερ Φινκ] με την Katakombe [Κατακόμβη] (1929) συγκρότησαν εμβληματικές λογοτεχνικές σκηνές. Ο Φινκ, κονφερανσιέ ενός προγράμματος από σκετς και παρωδίες, καλλιέργησε τον αμφίσημο πολιτικό υπαινιγμό. Τον Μάιο του 1935 η Κατακόμβη έκλεισε με εντολή του Joseph Goebbels [Γιόζεφ Γκαίμπελς] και ο ίδιος κρατήθηκε για έξι εβδομάδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Esterwegen [Έστερβεγκεν].


Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο ρόλος καθιερώθηκε στο βωντβίλ και στα κέντρα διασκέδασης με τον όρο master of ceremonies (MC ή emcee, τελετάρχης / τελετάρχισσα). Ο Frank Fay [Φρανκ Φέυ], ο πιο ακριβοπληρωμένος πρωταγωνιστής του βωντβίλ στη δεκαετία του 1920, θεμελίωσε τη φόρμα στο Palace Theatre της Νέας Υόρκης με ένα χαλαρό, ετοιμόλογο ύφος, που επηρέασε καθοριστικά τις επόμενες γενιές παρουσιαστών και παρουσιαστριών. Ως τελετάρχης της ταινίας The Show of Shows [Το θέαμα των θεαμάτων] (1929) μετέφερε την τεχνική στον ομιλούντα κινηματογράφο και προδιέγραψε τη μετεξέλιξη της κονφεράνς στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.


Στην Ελλάδα η κονφεράνς εισήχθη μέσω των καφωδείων, του βαριετέ και της επιθεώρησης και απέκτησε ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά, με κορυφαίο το οκτάστιχο: οκτώ ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους, που ο/η κονφερανσιέ συνέθετε εκ του προχείρου πάνω σε θέμα και ομοιοκαταληξίες που υπαγόρευε το κοινό. Ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), ο οποίος είχε εργαστεί ως κονφερανσιέ σε θέατρα του Παρισιού παράλληλα με τις σπουδές του στο Ωδείο, εγκαινίασε τον Αύγουστο του 1930 τη «Μάντρα» στην οδό Μηθύμνης. Το 1935 τη μετέφερε στο θεατράκι «Δελφοί» της οδού Αχαρνών, όπου λειτούργησε έως το 1940. Η «Μάντρα» υπήρξε σχολή του είδους: εκεί μαθήτευσαν ως κονφερανσιέ ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Μίμης Τραϊφόρος, ο οποίος το 1940 παρουσίασε για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό τη Ρένα Βλαχοπούλου, σε πρόγραμμα βαριετέ στο κέντρο «Όαση». Μεταπολεμικά ο Οικονομίδης παρουσίαζε επί τριάντα πέντε χρόνια (1950-1985) το πρόγραμμα του «Άλσους», με τραγούδι, θεατρικά σκετς, ακροβατικά και ταχυδακτυλουργικά νούμερα. Ως κυνηγός ταλέντων ανέδειξε, μέσα από τη ραδιοφωνική εκπομπή Νέα ταλέντα, ερμηνευτές και ερμηνεύτριες όπως η Νάνα Μούσχουρη και ο Χάρρυ Κλυνν.


Ο/η κονφερανσιέ διακρίνεται από τον κομπέρ και την κομμέρ ως προς τη σχέση με τη μυθοπλασία: ο κομπέρ και η κομμέρ είναι πρόσωπα της επιθεώρησης, με κείμενο γραμμένο από τον συγγραφέα ή τη συγγραφέα, ενώ ο/η κονφερανσιέ εμφανίζεται με τη δική του/της σκηνική περσόνα και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό. Στην πράξη τα όρια συχνά αμβλύνονται. Η μορφή θεωρείται σήμερα πρόδρομη της σταντ απ κωμωδίας, καθώς η μονολογική φόρμα, η απευθείας απεύθυνση στο κοινό και ο κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός έλκουν την καταγωγή τους από το καμπαρέ και το βαριετέ.

Αγγλικά
conferencier; master of ceremonies
Γαλλικά
conférencier, le /conférencière, la
Γερμανικά
Conférencier, der; Conférencière, die; Ansager, der; Ansagerin, die
Ιταλικά
conferenziere, il / conferenziera, la

Σχετικοί όροι

κοζερί, ατραξιόν, κουπλέ, ντιζέρ / ντιζέζ, καφέ-κονσέρ, κλάκα, λογοκρισία

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"England was not Germany's only enemy. Those aspects of German entertainment that once had sought to evoke Parisian suavity were quickly teutonified. The Chat noir cabaret was rebaptized as the Schwarzer Κater, and a new term, "Ansager," was created for the person who had previously called himself a "Conférencier." Needless to say, the international star-circuit had collapsed with the outbreak of hostilities, and no French, English, Russian, or other enemy performers could appear on Berlin's variety show or cabaret stages. That fact, along with military conscription, contributed to a rapid fall in the quality of performances."


«Η Αγγλία δεν ήταν ο μόνος εχθρός της Γερμανίας. Όσες όψεις της γερμανικής διασκέδασης επιδίωκαν άλλοτε να υποβάλλουν την παρισινή αβρότητα τευτονοποιήθηκαν εσπευσμένα. Το καμπαρέ Chat noir [Μαύρος Γάτος] μετονομάστηκε σε Schwarzer Kater, ενώ επινοήθηκε ένας νέος όρος, το «Ansager» [αναγγελέας], για εκείνον που προηγουμένως αυτοαποκαλούνταν «Conférencier» [κονφερανσιέ]. Περιττό να σημειωθεί ότι το διεθνές κύκλωμα των αστέρων είχε καταρρεύσει με το ξέσπασμα των εχθροπραξιών και κανένας Γάλλος, Άγγλος, Ρώσος ή άλλος εχθρικής υπηκοότητας καλλιτέχνης ή καλλιτέχνιδα δεν μπορούσε να εμφανιστεί στις σκηνές των βαριετέ ή των καμπαρέ του Βερολίνου. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη στράτευση, συνέβαλε στη ραγδαία πτώση της ποιότητας των παραστάσεων.»

Το απόσπασμα καταγράφει τον αντίκτυπο του εθνικισμού και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη γερμανική σκηνή της διασκέδασης, με χαρακτηριστικότερο δείγμα τη γλωσσική μετατόπιση από τον γαλλικό όρο Conférencier στον γερμανικό Ansager. Η μετονομασία εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πολιτική αποκάθαρσης του γερμανικού θεάματος από τις κοσμοπολίτικες και παρισινές του καταβολές. Η αναγκαστική απομόνωση από το διεθνές καλλιτεχνικό δίκτυο και η απώλεια δυναμικού λόγω της στράτευσης υποβάθμισαν την ποιότητα των παραστάσεων, γεγονός που τεκμηριώνει τη στενή εξάρτηση της κονφεράνς από τις πολιτικές συνθήκες της εποχής της.

Jelavich, P. (1993). Berlin cabaret. Cambridge, MA: Harvard University Press, σ. 119.

Quote Icon

«Η τέχνη του κονφερανσιέ. Οι κονφερανσιέ (από το γαλλικό ρήμα κονφερέ = μιλώ, συζητώ) στο πρότυπο του Μορίς Σεβαλιέ δίνουν έναν πολύ προσωπικό τόνο, παίζουν σχεδόν έναν αμφίδρομο ρόλο με το κοινό και παράλληλα λειτουργούν ως συνεκτικός ιστός στη ροή του προγράμματος. Ο κονφερανσιέ βασίζεται στην τέχνη του ορθού προφορικού λόγου, στην ευφράδεια, στην ετοιμολογία, στην αμεσότητα, στην πνευματική καλλιέργεια, στη στιχουργική ικανότητα, στο λεπτό χιούμορ και βέβαια στην ωραία εμφάνιση. Είναι ο μεσολαβητής, ο ενδιάμεσος που «παίζει» με τους ηθοποιούς, κρίνει, σχολιάζει, σατιρίζει και συνομιλεί με το κοινό. Η δημοφιλία του είναι και ο «κράχτης» για το κοινό. [...] Ο κονφερανσιέ θα έπρεπε να μπορεί να ανταποκριθεί στη σπουδαιότερη εργασία του, που ήταν η σύνθεση του οκτάστιχου. Το οκτάστιχο αποτελείτο από οκτώ δεκαπεντασύλλαβους στίχους με ομοιοκαταληξία και γραφόταν αποκλειστικά από τον κονφερανσιέ με θέμα που πρότειναν εκείνη τη στιγμή οι θεατές. Ο κονφερανσιέ ζητούσε το θέμα σημειώνοντάς το στο πακέτο των τσιγάρων του, κατόπιν ζητούσε τις λέξεις στις οποίες έπρεπε να καταλήγουν οι στίχοι και είτε αποσυρόταν για να γράψει είτε πάνω στη σκηνή, πρίμα βίστα, σκάρωνε το ποιηματάκι με τις οκτάστιχες, αλλοπρόσαλλες μερικές φορές, ομοιοκαταληξίες. Η διαδικασία αυτή κρατούσε τουλάχιστον μισή ώρα, ανάμεσα σε πολλά γέλια και λεκτικές «κόντρες» μεταξύ κοινού και κονφερανσιέ.»

Το απόσπασμα συνοψίζει το προφίλ του κονφερανσιέ στην ελληνική σκηνή του βαριετέ, με πρότυπο τον Maurice Chevalier [Μωρίς Σεβαλιέ], και αποδίδει τη λειτουργία του ως συνεκτικού ιστού του προγράμματος και ως μεσολαβητή ανάμεσα στους ερμηνευτές και τις ερμηνεύτριες και το κοινό. Κεντρικό τοπικό γνώρισμα αναδεικνύεται το αυτοσχέδιο οκτάστιχο: οκτώ ομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι, συνθεμένοι πρίμα βίστα επάνω σε θέμα και ομοιοκαταληξίες που υπαγόρευε το κοινό. Η πρακτική αυτή τεκμηριώνει ότι η κονφεράνς λειτούργησε ως απαιτητική άσκηση ρυθμού, στιχουργικής και ετοιμολογίας, καθιστώντας τη ζωντανή αλληλεπίδραση με την πλατεία το κυρίαρχο καλλιτεχνικό γεγονός της βραδιάς.

Μπασκόζος, Γ.Ν. (2013). Από τον Αττίκ στον Γ. Οικονομίδη. Το Βήμα, 10/02/2013. www.tovima.gr...

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Αφιέρωμα της ΕΡΤ στον Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), ο οποίος μετέφερε από το Παρίσι στην Αθήνα…

Η εμφάνιση του Maurice Chevalier [Μωρίς Σεβαλιέ] στη διοργάνωση The Royal Variety Performance το 1961…

Αφιέρωμα στον Γιώργο Οικονομίδη, ο οποίος μαθήτευσε στη «Μάντρα» του Αττίκ και ανέδειξε τον κονφερανσιέ…

Ο Pippo Baudo [Πίππο Μπάουντο] (1936-2025) ήταν μία από τις κεντρικές μορφές της ιταλικής τηλεόρασης.…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο θίασος της «Μάντρας» του Αττίκ (όρθιος στο μέσον) επί σκηνής, σε φωτογραφία του 1931,…

Η χορεύτρια και ηθοποιός Κούλα Γκιουζέπε, η οποία θεωρείται η πρώτη γυναίκα κονφερανσιέ στην ιστορία…

Ο Fritz Grünbaum [Φριτς Γκρύνμπαουμ], Αυστριακός Εβραίος κονφερανσιέ και αστέρας του βιεννέζικου καμπαρέ, σατίριζε από…

Φωτογραφία από τη συλλογή του Μουσείου Valentin-Karlstadt στο Μόναχο η οποία αποτυπώνει τη Liesl Karlstadt…

βασική

Jelavich, P. (1993). Berlin cabaret. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Monod, D. (2020). Vaudeville and the making of modern entertainment, 1890-1925. Chapel Hill, NC: University of North Carolina Press.

Segel, H. B. (1987). Turn-of-the-century cabaret: Paris, Barcelona, Berlin, Munich, Vienna, Cracow, Moscow, St. Petersburg, Zurich. New York: Columbia University Press.

Γεωργακάκη, Κ. (2014). 1894-2014: Η εφήμερη γοητεία της επιθεώρησης. Αθήνα: Polaris.

Καγγελάρη, Δ. (2007). Η Μάντρα του Αττίκ. Το «περιεργότερον αθηναϊκόν θέαμα». Στο Ν. Παπανδρέου & Έ. Βαφειάδη (Επιμ.), Ζητήματα ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου. Μελέτες αφιερωμένες στον Δημήτρη Σπάθη (σσ. 293-315). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Κύτταρης, Ν. (2012). Το βαριετέ στο ελληνικό θέατρο. Η σκηνή των θαυμάτων. Αθήνα: Δρόμων.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα (τ. Α΄-Β΄). Αθήνα: Καστανιώτης.

Στρατηγοπούλου, Δ. (1986). Αττίκ. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας».

Τραϊφόρος, Μ. (1988). Βέμπο - Τραϊφόρος: Μια ζωή (Δ. Λεβιθόπουλος, Επιμ.). Αθήνα: Σμυρνιωτάκης.

συμπληρωματική

Budzinski, K., & Hippen, R. (1996). Metzler Kabarett Lexikon. Stuttgart & Weimar: J. B. Metzler.

Ανδριανού, Έ. (1999). Επιθεώρηση. Στο Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια: Τ. 28. Θέατρο, κινηματογράφος, μουσική, χορός (σ. 134). Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Γεωργοπούλου, Β. (2023). Μεσοπόλεμος: Εκλεκτικές μεταβάσεις. Στο Α. Ταμπάκη, Β. Γεωργοπούλου, Α. Αλτουβά & Κ. Διακουμοπούλου (Επιμ.), Ιστορία και δραματολογία του νεοελληνικού θεάτρου. 16ος-20ός αιώνας (σσ. 353-377). Αθήνα: Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις.

Μπασκόζος, Γ. Ν. (2013, 10 Φεβρουαρίου). Από τον Αττίκ στον Γ. Οικονομίδη. Το Βήμα. www.tovima.gr...

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. κονφερανσιέ. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/κονφερανσιέ

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «κονφερανσιέ». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/κονφερανσιέ.

MLA

«κονφερανσιέ». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/κονφερανσιέ.

1344