Ο όρος κονφερανσιέ αποδίδει το γαλλικό conférencier / conférencière («ομιλητής», «ομιλήτρια») και δηλώνει στις παραστατικές τέχνες τον παρουσιαστή ή την παρουσιάστρια που συναρμόζει σε ενιαίο σύνολο τα αυτοτελή νούμερα ενός σπονδυλωτού προγράμματος. Η λειτουργία υπερβαίνει την απλή αναγγελία: ο/η κονφερανσιέ ρυθμίζει τη σκηνική οικονομία της βραδιάς, καλύπτει τις αλλαγές και τα κενά, διαχειρίζεται το απρόβλεπτο και καλλιεργεί κλίμα οικειότητας. Λειτουργεί ως οικοδεσπότης ή οικοδέσποινα και διαμεσολαβεί ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία, με βασικό προνόμιο την ελευθερία να αποκλίνει από το προκαθορισμένο πρόγραμμα, να σχολιάζει την επικαιρότητα και να συνομιλεί με μεμονωμένα μέλη του κοινού.
Η φιγούρα του κονφερανσιέ διαμορφώθηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1880, μαζί με το καλλιτεχνικό καμπαρέ. Στο Le Chat Noir [Ο μαύρος γάτος], που άνοιξε ο Rodolphe Salis [Ροντόλφ Σαλίς] στη Μονμάρτρη στις 18 Νοεμβρίου 1881, καθιερώθηκε το πρότυπο του νυχτερινού κέντρου όπου το κοινό παρακολουθεί ποικίλα νούμερα καθισμένο σε τραπέζια. Ο Σαλίς παρουσίαζε ο ίδιος το πρόγραμμα με ειρωνική, επιτηδευμένη ευγένεια, ενώ ο τραγουδοποιός Aristide Bruant [Αριστίντ Μπρυάν] έγινε περιβόητος στο δικό του καμπαρέ, το Le Mirliton (1885), για τον καυστικό λόγο με τον οποίο υποδεχόταν τους θαμώνες. Η αναγγελία μετατράπηκε έτσι σε αυτόνομη επιτελεστική πράξη με κριτικό και ανατρεπτικό χαρακτήρα. Στα μεγάλα παρισινά μιούζικ χωλ ο Maurice Chevalier [Μωρίς Σεβαλιέ] καθιέρωσε την εικόνα του κομψού, ετοιμόλογου Παριζιάνου διασκεδαστή, η οποία έγινε πρότυπο και για την ελληνική κονφεράνς.
Το πρότυπο μεταφυτεύθηκε στη γερμανόφωνη σκηνή το 1901, με το Überbrettl του Ernst von Wolzogen [Έρνστ φον Βολτσόγκεν] και το Schall und Rauch [Ήχος και καπνός] του Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ]. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο γαλλικός όρος αντικαταστάθηκε από το γερμανικό Ansager [αναγγελέας], στο πλαίσιο της εκκαθάρισης του γερμανικού θεάματος από τις παρισινές του καταβολές. Στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης η Trude Hesterberg [Τρούντε Χέστερμπεργκ] με τη Wilde Bühne [Άγρια σκηνή] (1921) και ο Werner Finck [Βέρνερ Φινκ] με την Katakombe [Κατακόμβη] (1929) συγκρότησαν εμβληματικές λογοτεχνικές σκηνές. Ο Φινκ, κονφερανσιέ ενός προγράμματος από σκετς και παρωδίες, καλλιέργησε τον αμφίσημο πολιτικό υπαινιγμό. Τον Μάιο του 1935 η Κατακόμβη έκλεισε με εντολή του Joseph Goebbels [Γιόζεφ Γκαίμπελς] και ο ίδιος κρατήθηκε για έξι εβδομάδες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Esterwegen [Έστερβεγκεν].
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο ρόλος καθιερώθηκε στο βωντβίλ και στα κέντρα διασκέδασης με τον όρο master of ceremonies (MC ή emcee, τελετάρχης / τελετάρχισσα). Ο Frank Fay [Φρανκ Φέυ], ο πιο ακριβοπληρωμένος πρωταγωνιστής του βωντβίλ στη δεκαετία του 1920, θεμελίωσε τη φόρμα στο Palace Theatre της Νέας Υόρκης με ένα χαλαρό, ετοιμόλογο ύφος, που επηρέασε καθοριστικά τις επόμενες γενιές παρουσιαστών και παρουσιαστριών. Ως τελετάρχης της ταινίας The Show of Shows [Το θέαμα των θεαμάτων] (1929) μετέφερε την τεχνική στον ομιλούντα κινηματογράφο και προδιέγραψε τη μετεξέλιξη της κονφεράνς στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.
Στην Ελλάδα η κονφεράνς εισήχθη μέσω των καφωδείων, του βαριετέ και της επιθεώρησης και απέκτησε ισχυρά τοπικά χαρακτηριστικά, με κορυφαίο το οκτάστιχο: οκτώ ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους, που ο/η κονφερανσιέ συνέθετε εκ του προχείρου πάνω σε θέμα και ομοιοκαταληξίες που υπαγόρευε το κοινό. Ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), ο οποίος είχε εργαστεί ως κονφερανσιέ σε θέατρα του Παρισιού παράλληλα με τις σπουδές του στο Ωδείο, εγκαινίασε τον Αύγουστο του 1930 τη «Μάντρα» στην οδό Μηθύμνης. Το 1935 τη μετέφερε στο θεατράκι «Δελφοί» της οδού Αχαρνών, όπου λειτούργησε έως το 1940. Η «Μάντρα» υπήρξε σχολή του είδους: εκεί μαθήτευσαν ως κονφερανσιέ ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Μίμης Τραϊφόρος, ο οποίος το 1940 παρουσίασε για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό τη Ρένα Βλαχοπούλου, σε πρόγραμμα βαριετέ στο κέντρο «Όαση». Μεταπολεμικά ο Οικονομίδης παρουσίαζε επί τριάντα πέντε χρόνια (1950-1985) το πρόγραμμα του «Άλσους», με τραγούδι, θεατρικά σκετς, ακροβατικά και ταχυδακτυλουργικά νούμερα. Ως κυνηγός ταλέντων ανέδειξε, μέσα από τη ραδιοφωνική εκπομπή Νέα ταλέντα, ερμηνευτές και ερμηνεύτριες όπως η Νάνα Μούσχουρη και ο Χάρρυ Κλυνν.
Ο/η κονφερανσιέ διακρίνεται από τον κομπέρ και την κομμέρ ως προς τη σχέση με τη μυθοπλασία: ο κομπέρ και η κομμέρ είναι πρόσωπα της επιθεώρησης, με κείμενο γραμμένο από τον συγγραφέα ή τη συγγραφέα, ενώ ο/η κονφερανσιέ εμφανίζεται με τη δική του/της σκηνική περσόνα και στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό. Στην πράξη τα όρια συχνά αμβλύνονται. Η μορφή θεωρείται σήμερα πρόδρομη της σταντ απ κωμωδίας, καθώς η μονολογική φόρμα, η απευθείας απεύθυνση στο κοινό και ο κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός έλκουν την καταγωγή τους από το καμπαρέ και το βαριετέ.